προγονολατρία


προγονολατρία
Η π., που παρουσιάζεται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις εθνολογικού επιπέδου και σε πολλούς πολιτισμούς του παρελθόντος, εκφράζεται με διαφορετικές μορφές, και αρχίζει από μία γενικού χαρακτήρα απονομή τιμών στον νεκρό, φτάνοντας σε μια πραγματική πολυθεϊστική ειδωλολατρία (παρότι σπάνια οι πρόγονοι εξισώνονται ή εξισώνονταν με τους θεούς). Μερικές φορές, στους γεωργικούς πολιτισμούς, η μνήμη του γενάρχη τιμάται με προσφορές πρώιμων καρπών (έτσι γίνεται στους Μπαντού της Αφρικής και, στην Ωκεανία, στους λαούς των Νησιών του Σολομώντα, των Νησιών Φίτζι, της Πολυνησίας). Αλλού, για παράδειγμα, σε μερικές ζώνες της Αυστραλίας και της Αφρικής, η μορφή του γενάρχη παρομοιάζεται με το φεγγάρι, που πεθαίνει και ξαναγεννιέται, ή ταυτίζεται με ένα ζώο. Και τα τοτεμικά γλυπτά επίσης, που βασίζονται σε μία ιδεολογία, η οποία θέτει μια πατριά (όμαιμη ομάδα) σε μία ιδιαίτερη σχέση με ένα τοτέμ (ζώο, φυτό ή στοιχείο της φύσης), μπορούν να οδηγήσουν σε λατρεία των προγόνων· πραγματικά η σχέση πατριάς - τοτέμ νοείται τις περισσότερες φορές ως σχέση συγγένειας· θεωρείται εξάλλου ότι τοτέμ και ομάδα έχουν ένα κοινό πρόγονο, που χαρακτηρίστηκε ως τοτεμικός πρόγονος. Σε πολλούς αρχαίους λαούς της Ινδονησίας, του Θιβέτ, του Μεξικού και σε μερικές φυλές της Βόρειας Αμερικής, τιμούσαν τους προγόνους με ανθρωποθυσίες και θυσίες ζώων. Στις φυλές της Παπουασίας η λατρεία των προγόνων εκδηλώνεται με πολύπλοκες ομαδικές τελετουργίες ειδωλολατρικού χαρακτήρα.
* * *
και παλ. τ. προγονολατρεία, η, Ν
1. η υπερβολική αγάπη τών προγόνων
2. θρησκειολ. λατρεία τών προγόνων με την απόδοση σ' αυτούς θρησκευτικών τιμών, η πίστη στην εξακολούθηση τής ύπαρξής τους και στην ύπαρξη στενής σχέσης τών ζωντανών με αυτούς, οι οποίοι θεωρείται ότι εξακολουθούν να επηρεάζουν τις υποθέσεις τών ζωντανών και ότι ο θάνατος δεν παρεμποδίζει τη συμμετοχή τού ατόμου στην κοινωνική του ομάδα, στην οικογένεια, στο γένος και στη φυλή του
3. (κοινων.) η προγονοπληξία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προγονολάτρης. Ο τ. προγονολατρεία μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προγονολατρία — η 1. λατρεία των προγόνων. 2. προγονοπληξία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θρησκεία — Έννοια η οποία αναφέρεται σε μια σειρά αφενός νοητικών στοιχείων (δοξασιών), που σχετίζονται με την πίστη στο θείο και προϋποθέτουν αυθόρμητη αποδοχή, δηλαδή δεν είναι θεωρητικής ή επιστημονικής τάξης, αφετέρου σε μια σειρά θεσμών και πρακτικών… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Εκπαίδευση — Η ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ Είναι οι λόγιοι της προεπαναστατικής περιόδου (β΄ μισό 18ου αιώνα μέχρι την κήρυξη της επανάστασης) οι οποίοι, προσβλέποντας στην πνευματική αναγέννηση του Γένους, που θα έφερνε και την… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.